Δευτέρα 21 Νοεμβρίου 2011

ΦΙΛΟΚΑΛΙΑ ΤΩΝ ΙΕΡΩΝ ΝΗΠΤΙΚΩΝ

Γ΄ Τόμος  


Όσιος Πέτρος ο Δαμασκηνός



Υπάρχει γνώση αληθινή και υπάρχει καθολική αγνωσία. Ανώτερη απ' όλες είναι η έμπρακτη γνώση. Γιατί, τι ωφελείται ο άνθρωπος αν έχει όλη τη γνώση, ή μάλλον αφού τη λάβει κατά χάρη από Θεό όπως ο Σολομών-είναι βέβαια αδύνατο να παρουσιαστεί δεύτερη όμοια περίπτωση- και έπειτα να πάει στη κόλαση; Τι ωφελείται αν δε λάβει πληροφορία με τη μαρτυρία της συνειδήσεως από τα έργα και τη βέβαιη πίστη του ότι ελευθερώθηκε από τη μέλλουσα κόλαση, καθώς δε θα τον κατηγορεί η συνείδηση ότι παραμέλησε κάτι απ' όσα κατά τη δύναμή του χρεωστούσε, όπως λέει ο άγιος Ιωάννης ο Θεολόγος; «Αν η καρδιά μας, λέει , δεν μας κατηγορεί πια έχομε παρρησία μπροστά στο Θεό».

Μ' όλα τούτα, όπως λέει ο άγιος Νείλος και αυτή η συνείδηση κάποτε ψεύδεται. Τούτο γίνεται όταν σκοτεινιάζει από τα πάθη και πέφτει στην κακία, όπως λέει ο Ιωάννης της Κλίμακος. Αν η πονηρία μόνη εκ φύσεως σκοτίζει ο νου, λέει ο Μέγας Βασίλειος , και αν η ιδέα που έχει κανείς για τον εαυτό του τον κάνει τυφλό και δεν τον αφήνει να γίνει ότι νομίζει πως είναι, τι λοιπόν να πούμε για κείνους που δουλεύουν στα πάθη, αν νομίζουν ότι έχουν καθαρή συνείδηση; Και μάλιστα όταν βλέπομε τον Απόστολο Παύλο, που είχε μέσα του το Χριστό, να λέει και με τα έργα και με το λόγο ότι « η συνείδησή μου δε με ελέγχει για καμία αμαρτία, αλλά δε σημαίνει ότι μ' αυτό έχω δικαιωθεί». Οι πολλοί από τη μεγάλη αναισθησία που έχομε, νομίζομε ότι είμαστε κάτι, ενώ δεν είμαστε τίποτε. «Αλλά όταν λέει ο Απόστολος, λένε οι άνθρωποι ότι έχουν ειρήνη, τότε επέρχεται σ' αυτούς η καταστροφή». Γιατί δεν είχαν ειρήνη, αλλά έλεγαν ότι έχουν επειδή έτσι νόμιζαν, λέει ο Χρυσόστομος, από την πολλή αναισθησία του. Και όπως λέει ο άγιος Ιάκωβος ο αδελφόθεος για τους ανθρώπους αυτούς ότι «ξέχασαν τις αμαρτίες τους», έτσι πάρα πολλοί υπερήφανοι, χωρίς να το καταλάβουν, όπως λέει ο Ιωάννης της Κλίμακος, νόμισαν ότι έχουν απάθεια.


Και εγώ λοιπόν, επειδή τρέμω τους τρείς γίγαντες του διαβόλου, για τους οποίους έγραψε ο άγιος Μάρκος ο ασκητής, δηλαδή τη ραθυμία, τη λήθη και την άγνοια, γιατί κατέχομαι από αυτές πάντοτε, και επειδή φοβούμαι μήπως αγνοώντας τα όριά μου βρεθώ έξω από τον ίσιο δρόμο, όπως λέει ο άγιος Ισαάκ, έγραψα την παρούσα συλλογή. Γιατί όπως λέει ο Άγιος της Κλίμακος, εκείνος που μισεί τον έλεγχο, είναι φανερό ότι έδειξε το πάθος της υπερηφάνειας. Ενώ εκείνος που τρέχει στον έλεγχο, είναι ελεύθερος από τα δεσμά της. Κι ο Σολομών λέει: «Αν ο ανόητος ρωτάει για σοφία, αυτό θα του λογαριασθεί σοφία». Γι' αυτό και έβαλα στην αρχή τα ονόματα των βιβλίων και των Αγίων, για να μη λέω για το κάθε ρητό τίνος είναι και μακραίνει ο λόγος. Γιατί και οι άγιοι Πατέρες έγραφαν τα λόγια των θείων Γραφών πολλές φορές όπως είναι στο κείμενο, όπως ο Θεολόγος Γρηγόριος τα λόγια του Σολομώντα, και οι λοιποί, όπως ο Λογοθέτης Συμεών ο Μεταφραστής είπε περί του Χρυσοστόμου ότι « δεν είναι σωστό να παραμερίσω τα λόγια του και να γράφω τα δικά μου», αν και μπορούσε, γιατί από το ίδιο Άγιο Πνεύμα έλαβαν όλοι. Έτσι οι άγιοι Πατέρες, άλλοτε αναφέρουν τίνος είναι το ρητό που χρησιμοποιούν , επειδή από ταπείνωση αρέσκονται να προτιμούν τα λόγια των Γραφών, και άλλοτε τ' αφήνουν ανώνυμα λόγω της πληθώρας για να μη μακραίνει ο λόγος.
 
'Aλλά ἐπειδή εἶναι καλύτερη ἡ συχνότερη ὑπενθύμιση, ἰδού θά ἀρχίσω τά περισσότερα ἀπ' ὅσα εἶπα, καί δέν εἶναι δικά μου αὐτά, ἀλλά λόγια καί διακρίσεις τῶν θείων Γραφῶν καί Ἁγίων ἀνδρῶν. Λέει ὁ Δαμασκηνός ὅτι οἱ σωματικές ἀρετές, ἤ μάλλον τά ἐργαλεία τῶν ἀρετῶν, εἶναι ἀναγκαῖες ὅταν τίς ἐργάζεται κανείς μέ ταπείνωση καί πνευματική γνώση, ἐπειδή χωρίς αὐτές δέν ἐπιτυγχάνονται οὕτε οἱ ψυχικές ἀρετές.

Ἄν ὅμως δέ γίνονται ἔτσι, ἀλλά σάν νά εἶναι αὐτοσκοπός, δέν ὠφελοῦν σέ τίποτε, ὅπως οὔτε τά φυτά χωρίς τούς καρπούς τους. Οὔτε χωρίς σχολή καί κοπή τῶν θελημάτων του μπορεῖ κανεῖς νά μάθει ποτέ ὀρθά καί μέ ἀσφάλεια κάποια τέχνη. Γι' αὐτό λοιπόν, μετά τήν πράξη, ἔχομε ἀνάγκη καί τή γνώση καί προπάντων τήν κατά Θεόν σχολή ἀπ' ὅλα καί τήν ἀπασχόληση μέ τίς θεῖες Γραφές, χωρίς τήν ὁποία, κανείς δέν μπορεῖ ποτέ νά ἀποκτήσει ἀρετή. Ἐκεῖνος πού ἀξιώθηκε νά σχολάζει πάντοτε καί ὁλοκληρωτικά, πέτυχε τό τελειότατο ἀγαθό· ἐκεῖνος ὅμως πού δέν ἀξιώθηκε, ἄς μήν ἀμελήσει νά σχολάζει ἐν μέρει. Μακάριοι ὡστόσο εἶναι ἐκεῖνοι πού σχολάζουν ὁλοκληρωτικά, εἴτε μέ τήν ὑποταγή τους σέ κάποιον πρακτικό πού ἀσκεῖ τήν ἡσυχία ὀρθά, εἴτε μέ ἡσυχία καί ἀμεριμνία ὑποταγμένοι τελείως στό θεῖο θέλημα καί ζητώντας τίς συμβουλές τῶν ἐμπείρων γιά κάθε τους προσπάθεια, λόγο καί νόημα, ὅσοι μάλιστα θέλουν νά φτάσουν χωρίς κόπο στήν ἀπάθεια καί τήν πνευματική γνώση, μέ τήν ὁλοκληρωτική κατά Θεόν σχολή, ὅπως ὁ ἴδιος ὁ Θεός εἶπε μέσω τοῦ Προφήτη: «Σχολάσετε καί μάθετε ὅτι ἐγώ εἶμαι ὁ Θεός».

Οἱ ἀπασχολημένοι μέ τά βιοτικά κοσμικοί καί οἱ δῆθεν μοναχοί, ἄς σχολάσομε ἔστω καί ἐν μέρει, ὅπως οἱ παλιοί Δίκαιοι, γιά νά ἐξετάζομε τήν ἄθλια ψυχή μας πρίν ἀπό τό θάνατο καί νά τῆς προξενήσομε διόρθωση ἤ ταπείνωση καί νά μή χαθεῖ τελείως μέ τήν καθολική ἀγνωσία καί τά συνειδητά καί ἀσυνείδητα ἀμαρτήματά της. Γιατί καί ὁ Δαβίδ, ἄν καί ἧταν βασιλιάς, ἐντούτοις κάθε νύχτα ἔβρεχε τό στρῶμα του καί τό κρεβάτι του μέ τά δάκρυα, ἐνῶ ὁ Ἰώβ ἔλεγε: «Ἀπό τήν αἴσθηση τοῦ θείου ἀνορθώθηκαν οἱ τρίχες μου» καί τά λοιπά. Κι ἐμεῖς λοιπόν ἄς σχολάσομε, ὅπως οἱ κοσμικοί, μέρος ἔστω τῆς ἡμέρας καί τῆς νύχτας, καί ἄς δοῦμε τί θά ἀπολογηθοῦμε στόν δίκαιο Κριτή τή φοβερή ἡμέρα τῆς κρίσεως. Καί ἄς φροντίσομε γι' αὐτό σάν γιά ἀναγκαῖο ζήτημα, ἀπό τό φόβο τῆς αἰώνιας κολάσεως, καί ὄχι γιά τό πῶς θά ζήσουν οἱ φτωχοί καί πῶς θά πλουτήσουν οἱ φιλάνθρωποι, καί μή στρέφομε ἀνόητα ὅλη μας τή φροντίδα στά βιοτικά πράγματα. Ὅπως λέει ὁ θεῖος Χρυσόστομος, πρέπει νά ἐργαζόμαστε, ὅχι ὅμως νά φροντίζομε καί νά ἀγωνιοῦμε γιά πολλά, ὅπως εἶπε ὁ Κύριος στή Μάρθα. Γιατί ἡ μέριμνα τοῦ βίου δέν ἀφήνει τόν ἄνθρωπο νά φροντίζει γιά τήν ψυχή του καί νά μαθαίνει πῶς εἶναι, ὅπως ἐκεῖνος πού σχολάζει καί προσέχει στόν ἑαυτό του. Ὅπως λέει καί στό Νόμο: «Πρόσεχε σεαυτῷ κ.λ.π».  Περί τοῦ ρητοῦ αὐτοῦ ἔγραψε ὁ Μέγας Βασίλειος λόγο ἀξιοθαύμαστο και γεμάτο από κάθε σοφία.
 
Χωρίς προσοχή καί ἐγρήγορση τοῦ νοῦ εἶναι ἀδύνατο νά σωθοῦμε καί νά λυτρωθοῦμε ἀπό τόν διάβολο, ὁ ὁποῖος περπατᾶ σάν λιοντάρι πού βρυχιέται καί ζητεῖ ποιόν νά καταπιεῖ, λέει ό Δαμασκηνός. Γι' αὐτό καί ὁ Κύριος ἔλεγε συχνά στούς μαθητές Του: «Νά εἶστε ἄγρυπνοι καί νά προσεύχεστε, γιατί δέν ξέρετε κλπ.» προκαταγγέλοντας σ' ὅλους μ' αὐτά τή μνήμη τοῦ θανάτου, γιά νά εἴμαστε ἕτοιμοι νά δώσουμε εὐπρόσδεκτη ἀπολογία, ἡ ὁποία γίνεται ἀπό ἔργα καί προσοχή.
Οἱ δαίμονες, ὅπως λέει ὁ ἅγιος Ἱλαρίων, εἶναι ἄυλοι, ἄυπνοι καί ὅλη ἡ φροντίδα τους εἶναι νά μᾶς πολεμοῦν καί νά ὁδηγήσουν στήν ἀπώλεια τίς ψυχές μας, μέ λόγο, μέ ἔργο καί λογισμό, ἐνῶ ἐμεῖς δέν εἴμαστε ἔτσι. Ἀλλά ἄλλοτε φροντίζομε γιά ἀπόλαυση καί δόξα πού περνάει, ἄλλοτε γιά πράγματα τοῦ βίου καί γιά ἄλλα πολλά, καί δέ θέλομε οὔτε λίγο ν' ἀναλάβομε νά ἐξετάζομε τό βίο μας, γιά νά συνηθίσει μ' αὐτό ὁ νοῦς καί νά μπορέσει νά προσέχει στόν ἑαυτό του χωρίς προσπάθεια.


Ὅπως λέει ὁ Σολομών, περνοῦμε ἀνάμεσα ἀπό πολλές παγίδες. Γι' αὐτές ἔγραψε ὁ Χρυσόστομος, κι ἐξηγεῖ λεπτομερῶς ποιές εἶναι αὐτές οἱ παγίδες, μέ μεγάλη ἀκρίβεια καί πολλή σοφία. Καί ὁ Κύριος, θέλοντας νά κόψει κάθε φροντίδα μας, διέταξε νά καταφρονοῦμε καί αὐτή τήν τροφή καί τήν ἐνδυμασία, γιά νά ἔχομε μία μόνο μέριμνα, τό πῶς νά γλυτώσομε σάν ζαρκάδι ἀπό τή θηλειά καί σάν ὄρνεο ἀπό τήν παγίδα, γιά νά φτάσομε στήν ὀξυδέρκεια τοῦ ζαρκαδιοῦ καί στό πέταγμα ψηλά τοῦ ὀρνέου μέ τήν ἀμεριμνία. Καί τό πιό θαυμαστό εἶναι ὅτι ὁ Σολομών τά ἔλεγε, ἄν καί ἦταν βασιλιάς· ἐπίσης καί ὁ πατέρας του, ὁ Δαβίδ, ἔλεγε καί ἔπραττε τά ἴδια. Καί ἐνῶ εἶχαν τόσο μεγάλη προσοχή καί πολλούς ἀγώνες καί διέθεταν κάθε σοφία καί ἀρετή, ὕστερα ἀπό τά τόσα χαρίσματα καί τή φανέρωση τοῦ Θεού, νικήθηκαν -ἀλοίμονο- ἀπό τήν ἀμαρτία, ὥστε ὁ μέν Δαβίδ θρήνησε ταυτόχρονα γιά μοιχεία καί φόνο, ὁ δέ Σολομών ἔπεσε σέ τόσα δεινά.

Λοιπόν, αὐτό δέν εἶναι γεμάτο ἀπό φρίκη καί τρόμο γιά ὅσους ἔχουν νοῦ ὅπως λένε ὁ ἅγιος Ἰωάννης τῆς Κλίμακος καί ὁ ἀσκητής Φιλήμων; Πῶς λοιπόν δέν φρίττομε καί δέν ἀποφεύγομε τόν περισπασμό τοῦ βίου, ἐξαιτίας τῆς ἀσθένειάς μας, ἐμεῖς πού δέν εἴμαστε τίποτε, ἀλλά μένομε ἀναίσθητοι σάν ἄλογα ζῶα; Καί μακάρι σάν τά ἄλογα ζῶα νά εἶχα φυλάξει τή φύση μου ὁ ἄθλιος, γιατί σ' αὐτό ὁ σκύλος εἶναι καλύτερος ἀπό μένα.
 
Ἄν θέλομε λοιπόν νά δοῦμε τούς ἑαυτούς μας, σέ ποιά θανατηφόρα κατάσταση εἴμαστε, αν ἀπαλλαγοῦμε ἀπό τά θελήματά μας καί τά πράγματα τοῦ κόσμου. Καί μέ τήν ἀποφυγή ὅλων ἄς σχολάσομε μέ φιλοπονία στή μακάρια καί κατά Θεόν σχολή, ζητώντας ὁ καθένας τήν ψυχή του μέσα στή μελέτη τῶν θείων Γραφῶν, εἴτε μέ τέλεια ὑποταγή τῆς ψυχῆς καί τοῦ σώματος, εἴτε στήν πανύμνητη ζωή τῶν ἀγγέλων, τήν ἡσυχία, καί μάλιστα ὅσοι εἶναι ἀκόμη ἐμπαθεῖς καί ἀσυγκράτητοι στίς ὀρέξεις τους, μικρές καί μεγάλες. «Κάθισε, λένε στό κελί σου, καί αὐτό θά σέ διδάξει τά πάντα».

Καί ὁ Μέγας Βασίλειος λέει: « Ἀρχή τῆς καθάρσεως τῆς ψυχῆς εἶναι ἡ ἡσυχία». Καί ὁ Σολομών: «Ὁ Θεός ἔδωσε περισπασμό πονηρό στούς ἀνθρώπους, νά περισπῶνται στά μάταια»· τοῦτο, γιά νά μήν στραφοῦν πρός τά χειρότερα ἀπό τήν ἄλογη καί ἐμπαθή ἀργία. Ἐκεῖνος τώρα πού μέ τήν  χάρη τοῦ Θεοῦ γλύτωσε ἀπό τούς δύο αὐτούς γκρεμούς καί καταξιώθηκε νά γίνει μοναχός καί νά φορέσει τό μοναχικό καί ἀγγελικό σχῆμα, ὥστε ἀπ' αὐτό νά φανεῖ ὅτι ἀποτελεῖ μίμηση τοῦ μόνου Θεοῦ, κατά τό δυνατόν, μέ ἔργα καί λόγια, ὅπως λέει ὁ Μέγας Διονύσιος, πῶς δέν ὀφείλει νά σχολάζει πάντοτε καί νά προσέχει νοερά σέ κάθε ἔργο καί νά ἔχει πάντοτε κάποια συνεχή θεάρεστη μελέτη, ἀνάλογη μέ τήν κατάστασή του; Ἔτσι λένε οἱ ἅγιοι Πατέρες, ὁ Εφραίμ καί οἱ λοιποί, πρός τούς ἀρχαρίους.

Ἄλλος, λένε, νά ἔχει τόν ψαλμό στά χείλη, ἄλλος τό στίχο, καί ἄλλοι νά παρακολουθοῦν μέ τό νοῦ τους προσεκτικά στούς ψαλμούς καί τά τροπάρια, ὅσοι, ἐννοῖται, δέν ἀξιώθηκαν ἀκόμη νά φτάσουν σέ κάποια θεωρία, δηλαδή γνώση, γιά νά μή βρίσκεται κανείς ἔξω ἀπό κάποια μελέτη, εἴτε ἐργάζεται, εἴτε βαδίζει, εἴτε ξαπλώνει γιά νά κοιμηθεῖ. Ἀλλά μόλις κάνει τόν κανόνα του, εὐθύς νά περιορίσει τό νοῦ του σέ κάποια μελέτη, γιά νά μή τόν βρεῖ ὁ ἐχθρός ἀργό ἀπό τή θεία μνήμη καί τόν προσβάλει μέ τά ἴδια δεινά. Καί αὐτά λέγονται γιά ὅλους.

Ὅταν ὅμως κανεῖς μέ πολλούς ἀγῶνες, δηλαδή σωματικές καί ψυχικές ἀρετές, μπορέσει νά ἀνεβεῖ νοερά σέ ἐργασία πνευματική, δηλαδή νοητή, μέ τή χάρη τοῦ Χριστοῦ, γιά νά πενθήσει τήν ψυχή του, τότε ἔχει χρέος, ἐκεῖνο τό στοχασμό πού φέρνει τά ἐπίπονα δάκρυα, νά τόν φυλάξει σάν κόρη ὀφθαλμοῦ, ὅπως λέει ὁ Ἰωάννης τῆς Κλίμακος, μέχρις ὅτου ἡ φωτιά καί τό νερό φύγουν κατ' οἰκονομίαν Θεοῦ, γιά νά ἀποφύγει δηλαδή τήν ἔπαρση.

Ἡ φωτιά εἶναι ὁ καρδιακός πόνος καί ἡ θερμή πίστη, ἐνῶ τό νερό εἶναι τά δάκρυα. Δέν δίνονται αὐτά σέ ὅλους, ἀλλά σ' ἐκείνους - ὅπως λέει ὁ Μέγας Ἀθανάσιος - πού καταξιώθηκαν νά βλέπουν τά πρίν ἀπό τό θάνατο καί τά μετά τόν θάνατο δεινά μέ τή γύρω ἀπ' αὐτά ἀκατάπαυστη θύμηση στήν ἡσυχία. Ὅπως λέει ὁ Ἡσαΐας, «τό αὐτί τοῦ ἡσυχαστῆ ἀκούει ἐξαίσια», καί ἀλλοῦ λέει: «Σχολάσετε καί μάθετε».

Μόνον ἡ ἡσυχία γεννᾶ τή γνώση τοῦ Θεοῦ, καθώς μπορεῖ νά βοηθήσει τούς πολύ ἐμπαθεῖς καί τούς πιό ἀδύνατους, μέ τήν χωρίς περισπασμό ζωή καί τήν ἀποφυγή τῶν ἀνθρώπων καί τῶν συναντήσεων καί τῶν φροντίδων πού σκοτίζουν τό νοῦ, ὄχι μόνο τῶν ἀναγκαίων γιά τή ζωή, ἀλλά καί τῶν μηδαμινῶν καί ἐκείνων πού δέ νομίζονται ἐφάμαρτες. Ὅπως λέει ὁ Ἰωάννης τῆς Κλίμακος, καί μιά μικρή τρίχα ταράζει τό μάτι, καί τά λοιπά. Καί ὁ ἅγιος Ἰσαάκ λέει: «Μή νομίζεις ὅτι μόνο ὁ χρυσός καί τό ἀσήμι συνιστοῦν φιλαργυρία, ἀλλά ὁ,τιδήποτε στό ὁποῖο κλίνει ὁ λογισμός». Καί ὁ Κύριος λέει: «Ὅπου εἶναι ὁ θησαυρός σας, ἐκεῖ θά εἶναι καί ἡ καρδιά σας», δηλαδή, εἴτε στά θεῖα, εἴτε στά γήινα πράγματα καί νοήματα.

Γι' αὐτό σέ ὅλους ταιριάζει ἡ ἀμεριμνία καί ἡ κατά Θεόν σχολή, εἴτε στούς κοσμικούς ἐν μέρει, ὅπως εἴπαμε, γιά νά ἔρθουν σιγά-σιγά σέ φρόνηση καί πνευματική γνώση, εἴτε σ' ἐκείνους πού μποροῦν νά σχολάζουν ὁλοκληρωτικά καί νά στρέψουν ὅλη τήν φροντίδα τους στό νά εὐαρεστήσουν τό Θεό, γιά νά δεῖ ὁ Θεός τήν προαίρεσή τους καί νά τούς χαρίσει ἀνάπαυση μέσω τῆς πνευματικῆς γνώσεως καί νά τούς φέρει σέ σημεῖο νά μελετοῦν τήν πρώτη θεωρία, γιά νά ἀποκτήσουν ἀνέκφραστη συντριβή ψυχῆς, καί νά γίνουν φτωχοί στό φρόνημα.

Καί ἔτσι σιγά σιγά ἀνεβάζοντάς τους καί στίς λοιπές θεωρίες, νά τούς καταξιώσει νά φυλάξουν τούς μακαρισμούς μέχρις ὅτου φτάσουν στήν εἰρήνη τῶν λογισμῶν, ἡ ὁποία εἶναι τόπος τοῦ Θεοῦ, ὅπως λέει ὁ ἅγιος Νεῖλος, χρησιμοποιώντας τά λόγια τοῦ ψαλτηρίου: «Ὁ τόπος του βρίσκεται σέ εἰρηνικό μέρος».
 
Οι πνευματικές θεωρίες, όπως γνωρίζω, είναι οκτώ: οι επτά είναι αυτού του κόσμου, ενώ η όγδοη είναι εργασία του μελλοντικού, όπως λέει ο άγιος Ισαάκ.

Πρώτη λοιπόν είναι η γνώση των θλίψεων και πειρασμών του βίου, όπως λέει ο άγιος Δωρόθεος, και η λύπη για κάθε ζημία που έπαθε η ανθρώπινη φύση από την αμαρτία.

Δεύτερη, η γνώση των αμαρτιών μας και των ευεργεσιών του Θεού όπως λέει ο Ιωάννης της Κλίμακος, ο άγιος Ισαάκ και πολλοί άλλοι πατέρες.

Τρίτη, η γνώση των πριν από το θάνατο και των μετά τον θάνατο δεινών, όπως αναφέρονται μέσα στις θείες Γραφές. 

Τέταρτη, η μελέτη της ζωής του Κυρίου μας Ιησού Χριστού και των μαθητών Του στον κόσμο αυτό, και των έργων και των λόγων των λοιπών αγίων μαρτύρων και οσίων πατέρων. 

Πέμπτη γνώση της φύσεως και της μεταβολής των πραγμάτων, όπως λένε οι άγιοι πατέρες Γρηγόριος και Δαμασκηνός. 

Έκτη, η θεωρία των όντων, δηλαδή η γνώση και προσεκτική παρατήρηση των αισθητών κτισμάτων του Θεού. 

Έβδομη, η προσεκτική παρατήρηση των νοητών κτισμάτων του Θεού. 

Όγδοη, η γνώση που λέγεται Θεολογία. 

Αυτές λοιπόν είναι οι οκτώ θεωρίες. Οι τρείς αρμόζουν στον πρακτικό, για να μπορέσει με πολλά και πικρά δάκρυα να καθαρίσει την ψυχή του από όλα τα πάθη. Και τότε δέχεται κατά χάρη από το Θεό και τις λοιπές. 

Οι άλλες πέντε αρμόζουν στον θεωρητικό, δηλαδή στο γνωστικό, γιατί φυλάει καλά και εκτελεί πάντοτε τις σωματικές πράξεις και τις ηθικές, δηλαδή τις ψυχικές. Από αυτές αξιώνεται νοερά και με ενάργεια να αισθανθεί τις πέντε τελευταίες θεωρίες. 

Από την πρώτη, ο πρακτικός παίρνει την αρχή της γνώσεως, και φροντίζει έκτοτε την εργασία και μελετά τα νοήματα που του δίνει η χάρη και προκόβει σ' αυτά, μέχρις ότου φτάσει να τα οικειωθεί. Τότε επακολουθεί αυτόματα η άλλη γνώση στο νου. Το ίδιο και στις λοιπές θεωρίες. Αλλά για να ξεκαθαρίσω τα λεγόμενα, θα μιλήσω για κάθε μία θεωρία χωριστά, αν και δεν έχω τη δύναμη. Θα πω ποια είναι όσα κατανοούνται και όσα λέγονται, για να βρούμε αφορμή να μάθομε πως πρέπει να πράττομε, όταν η χάρη αρχίζει να ανοίγει τα μάτια της ψυχής, για να κατανοεί και να θαυμάζει από τα νοήματα και τα λόγια που να μπορούν να κάνουν κάτοικο μέσα μας το φόβο, όπως προείπαμε, δηλαδή τη συντριβή της ψυχής.
 

Πρώτη γνώση είναι εκείνη που μέσω της δίνονται και οι λοιπές σ' εκείνον που εχει την προαίρεση. Εκείνος λοιπόν που θα κριθεί άξιος να φτάσει σ' αυτήν, πρέπει να κάνει ως εξής: να καθήσει στραμμένος προς την ανατολή, όπως κάποτε ο Αδάμ, και να μελετά τα εξής:

«Κάθισε ο Αδάμ τότε και έκλαψε απέναντι του Παραδείσου, χτυπώντας με τα χέρια του το πρόσωπό του, και έλεγε: "Εύσπλαχνε, σπλαχνίσου με που παραστράτησα"». Επίσης και το άλλο του Τριωδίου: «Όταν είδε ο Αδάμ τον Άγγελο που έσπρωξε κι έκλεισε την θύρα του θείου κήπου, αναστέναξε δυνατά και έλεγε: "Εύσπλαχνε, σπλαχνίσου με που παραστράτησα"».


Κατόπιν κατανοώντας όσα έγιναν, αρχίζει να θρηνεί έτσι με στεναγμούς απ' όλη την ψυχή του, και κουνώντας το κεφάλι του, λέει με πόνο καρδιάς: «Αλοίμονο σε μένα τον αμαρτωλό, τι έπαθα; Αλοίμονο, τι ήμουν και τι έγινα; Αλοίμονο, τι έχασα και τι βρήκα; Αντί τον παράδεισο, βρήκα το φθαρτό αυτόν κόσμο· αντί το Θεό και τη συναναστροφή των Αγγέλων, βρήκα τον διάβολο και τους ακάθαρτους δαίμονες· αντί την ανάπαυση, τον κόπο· αντί την απόλαυση και τη χαρά, τη θλίψη του κόσμου και τη λύπη· αντί την ειρήνη και την ατέλειωτη ευφροσύνη, το φόβο και τα επίπονα δάκρυα· αντί την αγαθότητα και την απάθεια, την πονηρία και τα πάθη· αντί τη σοφία και την οικειότητα με το Θεό, την άγνωσία και την εξορία· αντί την αμεριμνία και την ελευθερία, βρήκα τη γεμάτη φροντίδες ζωή και την κάκιστη δουλεία. Αλοίμονο, Αλοίμονο· πώς δημιουργήθηκα βασιλιάς και έγινα δούλος στα πάθη με την ανοησία μου! Αλοίμονο σε μένα τον άθλιο, πώς αντί τη ζωή τράβηξα κοντά μου τον θάνατο με την παρακοή! Αλοίμονο, Αλοίμονο· τι έπαθα ο ταλαίπωρος με την αστοχασιά μου! Τι να κάνω; Από εδώ είναι πόλεμοι, απ' εκεί ταραχές· απ' εδώ αρρώστιες κι απ' εκεί πειρασμοί· εδώ κίνδυνοι, εκεί ναυάγια· εδώ φόβοι, εκεί λύπες· εδώ πάθη, εκεί αμαρτίες· εδώ πίκρες, εκεί στενοχώριες. Αλοίμονο σε μένα τον άθλιο, τι θά κάνω; Που να φύγω; Από παντού αδιέξοδο, όπως είπε η Σωσάννα. Τι να ζητήσω δέν ξέρω· αν ζητήσω ζωή, φοβούμαι τους πειρασμούς του βίου και τις μεταβολές του και τα συναπαντήματα.

»Βλέπω τον άγγελο σατανά, που ήταν σαν τον αυγερινό που ανατέλλει το πρωί, να γίνεται και να λέγεται διάβολος· τον πρωτόπλαστο, εξόριστο· τον Κάιν, αδελφοκτόνο· τον Χαναάν, καταραμένο· τους Σοδομίτες, καμένους με φωτιά· τον Ησαΰ, έκπτωτο· τους Ισραηλίτες, να δέχονται την οργή του Θεού· τον Γιεζή και τον απόστολο Ιούδα, έκπτωτους, γιατί νοσούσαν από φιλαργυρία· τον μεγάλο προφήτη και βασιλιά, να κλαίει για δύο αμαρτήματα· τον Σολομώντα με την τόση σοφία, έκπτωτο· έναν από τους επτά διακόνους και εναν από τους σαράντα μάρτυρες, έκπτωτους. Για τον τελευταίο, λέει ο Μέγας Βασίλειος: "Με χαρά ο αρχέκακος διάβολος άρπαξε από τους δώδεκα, τον Ιούδα τον ταλαίπωρο· από την Εδέμ, τον άνθρωπο· από τους σαράντα, τον έκπτωτο". Τον οποίο πάλι θρηνεί ο ίδιος και λέει: "Ο ανόητος και αξιοθρήνητος, έχασε και την εδώ ζωή και τη μέλλουσα· γιατί, μόλις πλησίασε τη φωτιά, ξεψύχησε και πήγε στην αιώνια φωτιά". Και πολλούς άλλους αναρίθμητους βλέπω που ξέπεσαν· όχι μόνον απίστους, αλλά και πολλούς από τους πατέρες με πολλούς αγώνες.

»Και ποιος είμαι λοιπόν εγώ, ο χειρότερος, ο πιο αναίσθητος και πιο αδύνατος από όλους; Τι να ονομάσω τον εαυτό μου; Ο Αβραάμ αποκαλεί τον εαυτό του "χώμα και στάχτη"· ο Δαβίδ, "ψόφιο σκύλο και ψύλλο μεταξύ των Ισραηλιτών"· ο Σολομών, "μικρό παιδί που δεν ξεχωρίζει δεξιά ή αριστερά". Οι τρεις παίδες λένε: "Γίναμε ντροπή κι ονειδισμός"· ο προφήτης Ησαΐας λέει: "Ταλαίπωρος που είμαι!"· ο προφήτης Αββακούμ λέει: "Εγώ είμαι μικρός στην ηλικία". Ο απόστολος Παύλος λέει τον εαυτό του "πρώτο από τους αμαρτωλούς"· και όλοι οι άλλοι Άγιοι λένε ότι δεν είναι τίποτε. Εγώ λοιπόν τι θα κάνω; Που θα κρυφτώ από τις πολλές μου αμαρτίες; Τι θα γίνω εγώ που είμαι μηδέν, και χειρότερος από το μηδέν; Γιατί το μηδέν δεν αμάρτησε, ούτε ευεργετήθηκε όπως εγώ. Αλοίμονο, πώς θα περάσω τον υπόλοιπο χρόνο της ζωής μου; Πώς θα ξεφύγω τις παγίδες του διαβόλου; Οι δαίμονες είναι άγρυπνοι και άυλοι, κι ο θάνατος κοντά, κι εγώ αδύνατος. Κύριε βοήθησέ με, μην αφήσεις το πλάσμα σου να χαθεί, αφού Εσύ νοιάζεσαι για μένα τον άθλιο. Φανέρωσέ μου Κύριε, δρόμο να βαδίσω, γιατί σε Σένα ανύψωσα την ψυχή μου. Μη μ' εγκαταλείψεις Κύριε, Θεέ μου, μην απομακρυνθείς από μένα· πλησίασε και βοήθησέ με, Κύριε της σωτηρίας μου».

Και έτσι συντρίβεται η ψυχή από αυτά τα λόγια, αν έχει κάποια αίσθηση. Κι όταν πολυκαιρίσει κανείς σ' αυτά και αποκτήσει το θείο φόβο, αρχίζει ο νους να παρατηρεί και να μελετά τα λόγια της δεύτερης θεωρίας, τα οποία είναι τα εξής.